Νέο ενεργειακό μοντέλο ή στροφή 180 μοιρών;

0

του Νίκου Μάτζαρη*

(αναδημοσίευση από την εφημερίδα των συντακτών με την άδεια του συγγραφέα- 10.3.2015)

Ως το τέλος Μαρτίου αναμένονται οι δεσμεύσεις κρατών από όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου για μείωση των εκπομπών αερίων που συντελούν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου (ΑΦΘ), στον δρόμο για την κρίσιμη συνδιάσκεψη για το κλίμα στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 2015. Η Ευρωπαϊκή Ενωση έκανε την αρχή, ανακοινώνοντας πριν από λίγες μέρες τη μείωση των εκπομπών ΑΦΘ κατά τουλάχιστον 40% το 2030 σε σχέση με το 1990.

Η Ελλάδα ώς τώρα δεν ανέλαβε καμία επιπλέον δέσμευση σε εθνικό επίπεδο, ενώ οι εθνικοί κλιματικοί στόχοι του 2020 που φαίνεται να επιτυγχάνονται, κυρίως λόγω οικονομικής κρίσης, κάθε άλλο παρά φιλόδοξοι μπορούν να θεωρηθούν συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο αποτελεί ευχάριστη έκπληξη μια πιο προσεκτική ματιά στις πρόσφατες, αθόρυβες αποφάσεις της Ελλάδας σε ό,τι αφορά τη χρήση του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή, ο οποίος ευθύνεται για παραπάνω από το 40% των εκπομπών ΑΦΘ της χώρας:

Τα τελευταία 5 χρόνια έχουν σταματήσει να λειτουργούν 8 λιγνιτικές μονάδες, ενώ κάτω από την πίεση της συμμόρφωσης με τη νέα, αυστηρότερη Οδηγία για τις βιομηχανικές εκπομπές η ΔΕΗ αναγκάστηκε να θέσει 6 λιγνιτικές μονάδες της σε καθεστώς περιορισμένης λειτουργίας. Ετσι, από 1/1/2016 θα λειτουργούν περίπου το 1/3 του χρόνου που λειτουργούσαν ώς σήμερα, προτού αποσυρθούν κάποια στιγμή ώς το 2023.

Η ΔΕΗ έχει επίσης δεσμευτεί ότι οι υπόλοιπες 8 λιγνιτικές μονάδες της θα υποστούν εκτεταμένα και ακριβά έργα αναβαθμίσεων, για να συμμορφωθούν με την ίδια Οδηγία έως το 2020. Αν επιπλέον λάβει κανείς υπόψη τα εξαντλούμενα κοιτάσματα λιγνίτη στη Μεγαλόπολη και την ηλικία των 8 λιγνιτικών μονάδων, διαπιστώνει ότι ενδέχεται κάπου μεταξύ 2025 και 2030 να βρίσκονται σε λειτουργία μόλις 2 από τις 22 λιγνιτικές μονάδες που λειτουργούσαν μέχρι το 2010.

Η δέσμευση της νέας κυβέρνησης στην παραπάνω αφήγηση θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική εθνική συμβολή στον δρόμο για το Παρίσι. Με μια σημαντική προσθήκη: την ουσιαστική επανεξέταση της σκοπιμότητας κατασκευής της νέας λιγνιτικής μονάδας Πτολεμαΐδα V. Πρόκειται για μια απόφαση που λήφθηκε αρκετά χρόνια πριν, σε μια περίοδο που οι συνθήκες στην κλιματική και ενεργειακή πολιτική ήταν πολύ διαφορετικές από τις σημερινές.

Το ένα μετά το άλλο τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θέτουν αυστηρές προϋποθέσεις για τη χρηματοδότηση της κατασκευής νέων ανθρακικών μονάδων. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη απόφαση της ΕΤΕπ να διακόψει τη χρηματοδότηση μονάδων με εκπομπές μεγαλύτερες από 550 gr CO2/KWh, αποκλείοντας έτσι τη συμμετοχή της στην Πτολεμαΐδα V, η οποία θα εκπέμπει διπλάσιους από το όριο (της ΕΤΕπ) ρύπους.

Η στέρηση πηγών χρηματοδότησης για το έργο αυτό, αρχικού προϋπολογισμού 1,4 δισ. ευρώ, που αναγκάζει τη ΔΕΗ να συνεισφέρει περίπου τα μισά από ίδια κεφάλαια, είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη, η πιο σημαντική, είναι τι θα γίνει όταν η νέα μονάδα αρχίσει να λειτουργεί το 2020 και για (τουλάχιστον) 30 χρόνια. Εκεί οι προβλέψεις είναι ακόμα πιο δυσοίωνες, λόγω της πρόσφατα αποφασισμένης αναδιάρθρωσης του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών**.

Σύμφωνα με διάφορες προβλέψεις, η τιμή του δικαιώματος αναμένεται να ξεπεράσει τα 30 ευρώ/τόνο, ακόμα και πριν από το 2030 με αυξητικές τάσεις για τα επόμενα χρόνια. Μια τέτοια εξέλιξη από μόνη της μπορεί να καταστήσει την Πτολεμαΐδα V μη βιώσιμη οικονομικά, δεδομένου ότι υπάρχουν υπολογισμοί της ίδιας της ΔΕΗ, σύμφωνα με τους οποίους όταν το κόστος άνθρακα ξεπεράσει τα 30 ευρώ/τόνο, το φυσικό αέριο καθίσταται πιο συμφέρον από τον λιγνίτη της Πτολεμαΐδας V.

Μια εξίσου μεγάλη απειλή για τη νέα μονάδα αποτελεί η πρόσφατη επανάσταση στον τομέα των ΑΠΕ, όπως και η κυοφορούμενη επανάσταση στα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας. Οι τεχνολογικές αυτές εξελίξεις θα διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στον επερχόμενο, δραστικό μετασχηματισμό του υφιστάμενου μοντέλου ηλεκτροπαραγωγής παγκοσμίως. Οσο ολοένα και περισσότεροι πολίτες θα επιλέγουν να καταναλώνουν την αποκεντρωμένη, καθαρή ενέργεια που παράγουν οι ίδιοι, τόσο οι ώρες λειτουργίας κεντρικών, γιγαντιαίων μονάδων σαν την Πτολεμαΐδα V θα συρρικνώνονται μαζί με τα αντίστοιχα έσοδα.

Η νέα κυβέρνηση οφείλει να επανεξετάσει την οικονομική βιωσιμότητα της νέας μονάδας υπό το φως των πρόσφατων πολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων. Η τεχνολογία για την υποκατάσταση της Πτολεμαΐδας V υπάρχει και δεν είναι άλλη από τον συνδυασμό ΑΠΕ με συστήματα αποθήκευσης ενέργειας. Η επανεξέταση λοιπόν της οικονομικής βιωσιμότητας μπορεί και πρέπει να συνοδευτεί από την αναζήτηση και συγκριτική αξιολόγηση «καθαρών» εναλλακτικών λύσεων. Κάτι τέτοιο θα κρίνει, αν συζητάμε για αληθινή στροφή του ενεργειακού μας μοντέλου προς το μέλλον ή για ένα U turn προς το παρελθόν…

** Με την εφαρμογή του μηχανισμού του Market Stability Reserve που θα μειώσει δραστικά τα πλεονάσματα δικαιωμάτων, τα οποία υπάρχουν σήμερα στην αγορά, σε συνδυασμό με την αύξηση (από 1,74% σε 2,2%) του ρυθμού μείωσης του μέγιστου επιτρεπόμενου αριθμού δικαιωμάτων εκπομπών.

* Υπεύθυνος ενέργειας και κλιματικής πολιτικής του WWF Ελλάς

Γράψτε το σχόλιό σας