Η πολιτική (ριζοσπαστική) Οικολογία σήμερα

0

του Ορέστη Κολοκούρη*

(αναδημοσίευση από το κοινωνία και φύση – Ιούνιος 2014)

Από τις σχολές σκέψης της πολιτικής οικολογίας πάντοτε προτιμούσα την πιο φιλόδοξη, αυτή που της δίνει ιστορικό ρόλο. Αυτή που αντιλαμβάνεται το οικολογικό κίνημα ως ένα τρίτο κύμα διεκδίκησης δικαιοσύνης, συμπλήρωμα των δύο προηγουμένων που γνωρίσαμε στα νεώτερα χρόνια: της πολιτικής δικαιοσύνης (18ος-19ος) των δημοκρατικών και ριζοσπαστικών κινημάτων/κομμάτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης (19ος–20ός) των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κινημάτων/κομμάτων. Αυτό το τρίτο κύμα της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης βρίσκεται σε συνέχεια και ρήξη με τα προηγούμενα.

Σε μια ανάλυση μέσα από τους ίδιους τους οπαδούς αυτής της άποψης, το οικολογικό κίνημα αποτελεί το ανώτερο στάδιο των κινημάτων ανθρώπινης χειραφέτησης. Με τον ίδιο τρόπο που π.χ. οι μουσουλμάνοι θεωρούν ότι το Ισλάμ αποτελεί τη συνέχεια και ανώτερη έκφραση των μονοθεϊστικών θρησκειών. Σύμφωνα με αυτήν την ιστορικού τύπου ανάλυση, κάποια στιγμή τα «πράσινα» κόμματα, φορείς της πολιτικής οικολογίας, θα αντικαθιστούσαν μοιραία και σταδιακά τα σοσιαλιστικά και αριστερά κόμματα ως κυρίαρχες δυνάμεις του προοδευτικού αριστερού χώρου, δίνοντας σε αυτόν νέο περιεχόμενο σύμφωνα με την πολιτική φιλοσοφία και αισθητική τους, επικεντρωμένο στη σύγκρουση με τον μαζικό πολιτισμό προτάσσοντας τη διαφορετικότητα, τη βιωσιμότητα και τις νέες μορφές αλληλεγγύης και κοινωνικών σχέσεων.

Αυτή η παράδοξα ντετερμινιστική αντίληψη για ένα κίνημα μη μαρξιστικό είναι διάχυτη στις αναλύσεις κλασικών θεωρητικών του «πράσινου» κινήματος -και όχι μόνο- και θα αναφέρω ενδεικτικά τους Αντρέ Γκορζ (André Gorz), Αλέν Λιπιέτς (Alain Lipietz) και Ινιάσιο Ραμονέ (Ignacio Ramonet). Αναμφίβολα αυτό το νέο κύμα κοινωνικών διεκδικήσεων έχει -μέσα σε τρεις δεκαετίες παρουσίας του- μετασχηματίσει σημαντικά τις κοινωνίες μας γενικότερα και την πολιτική ειδικότερα. Όμως θα ήταν υπερβολή να μεταφέρουμε όλους αυτούς τους μετασχηματισμούς με απλές συνεπαγωγές καταλήγοντας σε συμπεράσματα για το μέλλον του κομματικού συστήματος, αν αυτό δεν επαληθεύεται από πραγματικές τάσεις.

Ας συνοψίσουμε λοιπόν εν συντομία το στάδιο ανάπτυξης των «πρασίνων» στην Ευρώπη σήμερα, με στόχο την πρόβλεψη της δυναμικής εξέλιξής τους. Το «πράσινο» κίνημα βρίσκεται εδώ και μια δεκαετία σε μια σχετική άνοδο η οποία όμως δεν έχει το δυναμισμό και τη βεβαιότητα της δεκαετίας του ’80. Αντίθετα έχει κάποιες ισχυρές αδυναμίες και μια τάση σταθεροποίησης και γήρανσης, ακόμα και υποχώρησης και σε ανθρώπινο δυναμικό αλλά και σε δυνατότητες ως κίνημα.

Θα δώσω ορισμένες όψεις του ζητήματος:

  • Τα κόμματα της μητρόπολης της Ευρώπης, έφθασαν στην πηγή και δεν ήπιαν νερό στον ανταγωνισμό για αντικατάσταση των σοσιαλιστών ως ηγεμονική δύναμη της αριστεράς. Η αισιοδοξία των Βέλγων «πράσινων» στις αρχές 2000, των Γάλλων «πράσινων» το 2009-2010 και του 2011 των Γερμανών δεν επαληθεύτηκε. Αποτέλεσμα ο συνεχής ετεροκαθορισμός τους. Οι Γερμανοί «πράσινοι» μετατρέπονται σιγά-σιγά σε κεντρώο κόμμα. πιθανό αντικαταστάτη των παρακμασμένων «ελεύθερων δημοκρατών» (FDP) χάνοντας σταδιακά την εναλλακτική τους βάση προς τους «πειρατές», την παραδοσιακή αριστερά και άλλες κοινωνικές δυνάμεις. Οι Γάλλοι «πράσινοι» πάλι, με την κατάρρευσή τους στην προεδρικές εκλογές και τη στενή συνεργασία τους με τους σοσιαλιστές κινδυνεύουν να γίνουν το αριστερό δεκανίκι των σοσιαλιστών, που σε καιρό κρίσης μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω κατάρρευση τους. Αφού δεν κατάφεραν να αντιστρέψουν τους όρους με τους σοσιαλιστές, αντιστρέψανε τους όρους με τους κομμουνιστές -και ενώ στην «πλουραλιστική αριστερά» οι «πράσινοι» ήταν το «μαύρο πρόβατο» της συμμαχίας με τους σοσιαλιστές, που δεν δίσταζε να τους τραβήξει το αυτί -σήμερα είναι το πιστό σκυλί (όπως οι κομμουνιστές κάποτε) και το κόμμα της αριστεράς FDG (που εμπεριέχει το γαλλικό ΚΚ) θα είναι ο πιθανός συλλέκτης της αποδοκιμασίας της πολιτικής Ολάντ (Hollande). Η πρόσφατη αποχώρησή τους από την κυβέρνηση Ολάντ (Μάρτιος 2014) δεν φαίνεται να αλλάζει αυτή τη δυναμική όπως ακριβώς δεν άλλαξε αυτή τη δυναμική για τη ΔημΑρ στην Ελλάδα.
  • Τα κόμματα πάλι ορισμένων χωρών, της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης που επιλέξανε πολιτική συνεργασιών και με δεξιές κυβερνήσεις για να βάλουν τη «δική» τους ατζέντα μετράνε επιτυχίες και αποτυχίες ανάλογα με την κοινωνική κατάσταση. Σε ένα ήπιο κοινωνικά και πολιτικά περιβάλλον όπως η Φινλανδία μπορεί να γνώρισαν προσωρινή κρίση αλλά συνεχίζουν με σταθερό ρυθμό και δεν λείπουν οι απρόσμενες επιτυχίες -όπως αυτή των προεδρικών εκλογών του 2012. Αντίθετα η περίπτωση της Ιρλανδίας και η διάλυση που προήλθε από τη συμμετοχή των «πρασίνων» σε κεντροδεξιά κυβέρνηση που έβαλε τη χώρα στο «διεθνές νομισματικό ταμείο» (ΔΝΤ), αποτελεί ισχυρή ένδειξη για τους κινδύνους που έχει μια τέτοια στρατηγική.
  • Ομολογουμένως τα PIIGS είναι η περιοχή που το μέλλον των «πρασίνων» αποδεικνύεται πιο δυσοίωνο ακόμα και από την ανατολική Ευρώπη που κάπως φαίνεται να αναπτύσσεται:
  1. Στην Πορτογαλία δε στάθηκε ποτέ δυνατή η δημιουργία ενός «πράσινου» πόλου -πλην από 2-3 χρόνια στα αγνά και δυναμικά χρόνια των «πρασίνων» (τέλη δεκαετίας ’80), ο λόγος είναι η σταθερή εκλογική συμμαχία με το πορτογαλικό ΚΚ.
  2. Το ίδιο κινδυνεύει να γίνει και στην Καστίλη, με το παλιό κόμμα των «πρασίνων». Το νέο κόμμα EQUO αποδείχθηκε ανίκανο ως τώρα να αλλάξει την τάση.
  3. Στην Ιταλία -όπου υπήρχε το μόνο σοβαρό «πράσινο» κόμμα στη Μεσόγειο μέχρι πριν λίγα χρόνια– οι «πράσινοι» συνθλίφθηκαν λόγω της αλλαγής ατζέντας και σε έναν νέο διπολισμό ανάμεσα στο νοσηρό φαινόμενο του μπερλουσκονισμού και σε όλους τους άλλους.
  4. Στα νησιωτικά κράτη της Μεσογείου, τα «πράσινα» κόμματα παραμένουν σταθερά αλλά αρκετά αδύναμα χωρίς καμιά προοπτική εξέλιξης. Σε καμία περίπτωση στη Μεσόγειο (πλην της Καταλονίας, που αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση πρασινοκόκκινου κόμματος) δεν έγινε εφικτή η δημιουργία ενός σταθερού «πράσινου» πόλου.

Συμπερασματικά: ως σήμερα τριάντα χρόνια μετά τη δημιουργία τους τα πράσινα κόμματα δεν έχουν κατορθώσει και σήμερα δεν φαίνεται να υπάρχει η παραμικρή τάση για να γίνουν ηγεμονική δύναμη της πολιτικής με βάση τη δική τους ατζέντα. Αντίθετα, με την έντονη κρίση που ζούμε, η οποία είναι δομική ενός συστήματος μαζικού καπιταλισμού διαφαίνεται να γεννιούνται διαφορετικές και αποκλίνουσες λογικές στο εσωτερικό του «πράσινου» κινήματος, που οι μεν πλησιάζουν την παραδοσιακή αριστερά, οι δε τον φιλελεύθερο-κεντρώο χώρο.

Ακόμη ανησυχητική είναι η απόσταση των «πρασίνων» από δύο παραδοσιακούς κοινωνικούς πόλους: τα κοινωνικά κινήματα και τη διανόηση.

Στη Ελλάδα το οικολογικό κίνημα ήταν πάντα ασθενές και με ασυνεχή ιστορία. Το εγχείρημα των «οικολόγων πράσινων» (ΟΠ) έρχεται σε μια περίοδο που η Ελλάδα ζούσε την κορύφωση της πλασματικής ανάπτυξής της. Η ελληνική κοινωνία και ο τρόπος ζωής έφτασε να πλησιάζει τις πιο ανεπτυγμένες δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες. Λογική συνέπεια και αντίδραση ήταν η ανάπτυξη των λεγόμενων μεταϋλιστικών αξιών και των κοινωνικών διεκδικήσεων που τα συνοδεύουν. Οι ΟΠ ήρθαν ως απαραίτητο συμπλήρωμα αυτής της εξέλιξης. Παρά την ασθενή βάση, είχαν τη δυνατότητα να συσπειρώσουν ένα ανεξάρτητο μέτωπο βιωσιμότητας. Η διαδρομή αυτή αναταράσσεται αισθητά το 2010, με την είσοδο στη μνημονιακή περίοδο. Δεν θα διατυπώσουμε την συνηθισμένη θέση ότι τα οικολογικά κόμματα υποχωρούν όσο γίνονται ισχυρότερα τα κοινωνικά προβλήματα. Εξάλλου για ένα χρονικό διάστημα οι ΟΠ απέδειξαν ότι διατηρούσαν μια αξιοπρεπή αποδοχή από τον κόσμο. Αυτό που όμως άρχισε να γίνεται αισθητό από τα τέλη του 2011, είναι ότι η συνοχή του πράσινου μετώπου βιωσιμότητας του 2009 που αποτελούσε τους ΟΠ άρχισε να καταρρέει.

Τα σημεία αντιπαράθεσης μεταξύ ενός υποβόσκοντος φιλελεύθερου/«πράσινου» πόλου και ενός ριζοσπαστικού είναι πέντε:

  • Ÿ για την οικονομική πολιτική και το μνημόνιο,
  • Ÿ για την αντιμετώπιση του δημοσίου,
  • Ÿ για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και τις ευρωπαϊκές πολιτικές,
  • Ÿ για τη στάση απέναντι στις κοινωνικές αντιστάσεις/συγκρούσεις και
  • Ÿ για τη στάση απέναντι στην «πράσινη» ανάπτυξη και στις «πράσινες» επενδύσεις.

Σε πρώτη φάση το κόμμα ακολούθησε τον μέσο όρο της κοινωνίας σε τέτοιες αντιδράσεις. Γι’ αυτόν το λόγο το συνέδριο του 2011 εξάλλου σηματοδότησε ένα σχετικό ξεκαθάρισμα της θέσης του κόμματος ως τμήματος του αντιμνημονιακού μετώπου. Στο εσωτερικό του κόμματος διατηρήθηκε μια σχετική ανομοιογένεια που οδηγούσε σε παλινδρομήσεις στην πολιτική. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής στροφής ήταν η αποκοπή από τα μεσοαστικά στρώματα που στήριξαν το κόμμα το 2009 και αφετέρου η σχετική ενίσχυση σε πιο λαϊκές συνοικίες και στην επαρχία, διαδικασία που όμως έμεινε ημιτελής λόγω ακριβώς αυτών των παλινδρομήσεων που εκφράστηκαν δημόσια από στελέχη των ΟΠ συμπαθούντων του φιλελεύθερου χώρου. Στη συνέχεια η εκλογική συντριβή τον Ιούνιο του 2012 ήταν αναμενόμενη μέσα στο νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώθηκε.

Το σοκ της ήττας ήταν ένα τεστ για τις δυνατότητες του κόμματος να συνεχίσει να υπάρχει ή όχι. Στην πραγματικότητα το κόμμα αμέσως μετά τις εκλογές απέδειξε ότι δεν έχει τη δυνατότητα να παράγει πολιτική σκέψη ούτε στρατηγική. Τη στιγμή που θα έπρεπε να συζητηθεί τίμια το νέο πολιτικό σκηνικό και να τεθούν τα διλήμματα και να καταλήξουν σε επιλογές, απλώς αναπτύχθηκε ένας μη πολιτικός πόλεμος επικράτησης που οδήγησε σε δύο απανωτά συνέδρια «ανασυγκρότησης» και «επανεκκίνησης», όπου η πολιτική απουσίαζε ή εισαγόταν με τη μορφή χιλιοειπωμένων χυλών, ενώ κυριαρχούσε η ηθικολογία και ο ρεβανσισμός μιας κάστας στελεχών που είχαν συνηθίσει να διαχειρίζονται την οικολογία και είχαν αισθανθεί στιγμιαία παραγκωνισμένοι. Παράλληλα όμως η υποβόσκουσα διαδικασία διάστασης συντελούνταν αρχικά με την αποχώρηση στελεχών προς δύο κατευθύνσεις (φιλελεύθερο και κεντροαριστερό χώρο και ΣΥΡΙΖΑ) και στη συνέχεια με την συγκροτημένη αποχώρηση της φιλελεύθερης τάσης ThinkΠ και τη δημιουργία του κόμματος “Ευρώπη Οικολογία” με ξεκάθαρο προσανατολισμό προς το φιλελεύθερο και κεντρώο/ κεντροαριστερό χώρο. Εξ άλλου η διαδικασία μαζικής εγγραφής πασπιτών ενέτεινε το φαινόμενο αποσυσπείρωσης, προκαλώντας δημόσιες αντιδράσεις μεγάλης μερίδας στελεχών και ένα κλίμα πραγματικής διχοτόμησης.

Το ίδιο διάστημα οι αποχωρήσεις και απενεργοποιήσεις μελών, αποστασιοποιήσεις τοπικών κινήσεων έγιναν σύνηθες φαινόμενο. Στην αντίθετη κατεύθυνση, μερίδα στελεχών από μέσα και έξω από τους ΟΠ προχώρησαν στη συγκρότηση μιας πλατφόρμας που ονομάστηκε «δίκτυο ριζοσπαστικής οικολογίας-άμεση δημοκρατία» (ΔΡΟ). Η δραστηριότητα του ΔΡΟ αρχικά επισκιάστηκε από την συνεχιζόμενη ανάλωση στελεχών στις χρονοβόρες και αδιέξοδες διαδικασίες των ΟΠ. Όμως σταδιακά γίνεται αντιληπτό το αδιέξοδο μιας ατέρμονης διαδικασίας όπου το διακύβευμα είναι ένα κόμμα-σφραγίδα χωρίς μέλη και το ΔΡΟ πιθανή διέξοδο επιστροφής στην πολιτική με την αυθεντική έννοια του όρου και επιστροφής στην κοινωνική πραγματικότητα.

Εξ άλλου ο χώρος της πολιτικής οικολογίας δεν μπορεί να ξαναγεννηθεί από μια ομάδα στελεχών που ιδρύουν και επανιδρύουν πράσινα κόμματα από τη δεκαετία του ’80. Η συντριπτική πλειοψηφία του οικολογικού κινήματος σήμερα βρίσκεται είτε σε κοινωνικές οργανώσεις και στον ελευθεριακό χώρο ή συμμετέχει λίγο ως πολύ στο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ ως τμήμα της προσπάθειας να δημιουργηθεί μια νέα πλειοψηφία σε διαφορετική κατεύθυνση από τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιλογές. Αυτές οι δυνάμεις αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά ενός νέου οικολογικού πόλου.

Επίλογος: για έναν ριζοσπαστικό-εναλλακτικό πόλο!

Πράγματι το παράδειγμα του ελληνικού αλλά και ευρωπαϊκού «πράσινου» κόμματος απέδειξε ότι τα «πράσινα» κόμματα αν δεν έχουν ξεπεραστεί από την ιστορία σίγουρα δε συμμετέχουν στη δημιουργία της.

Αλλά αν ο βασιλιάς πέθαινε ας αναζητήσουμε τον καινούργιο! Τα τελευταία χρόνια γνωρίσαμε την ανάπτυξη μιας σειράς ασταθών «νέων-νέων» κοινωνικών κινημάτων όπως το κίνημα της άμεσης δημοκρατίας (των πλατειών) και της μετάβασης. Αυτά τα κινήματα έχουν πολιτικά προτάγματα παρόμοια με αυτά της ριζοσπαστικής οικολογίας και αποτελούν πραγματικά εργαστήρια κοινωνικού πειραματισμού, γι’ αυτό θα πρέπει να αποτελέσουν τον στρατηγικό σύμμαχο ενός φορέα (δικτύου) της ριζοσπαστικής οικολογίας. Η κλασική σκέψη της πολιτικής οικολογίας εξ άλλου, ενισχυμένη από νέες τάσεις της (αποανάπτυξη), μπορούν να προσφέρουν ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιών και μια ιστορική συνέχεια ώστε να διαμορφώσουν τα αιτήματα των «νέων-νέων» κοινωνικών κινημάτων, απαραίτητη προϋπόθεση για να γεννηθεί ένας δυναμικός ριζοσπαστικός-εναλλακτικός πόλος. Γι αυτό το λόγο η πολιτική οικολογία (και κυρίως η ριζοσπαστική) θα πρέπει να δώσει βάρος στο κοινωνικό πεδίο και στην παραγωγή πολιτικής, παρά στις κάλπες.

  • Ο Ορέστης Κολοκούρης είναι Γεωγράφος-Περιβαλλοντολόγος, μέλος του συντονιστικού Δικτύου Ριζοσπαστικής Οικολογίας, πρώην μέλος της Εκτελεστικής Γραμματείας των Οικολόγων Πράσινων.

Γράψτε το σχόλιό σας