ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ

0

(παρέμβαση στην ημερίδα για τη μετανάστευση 3.5.2015 στον πολυχώρο Ρομάντζο)

της Στέλλας Νιώτη*

Ο Immanuel Wallerstein αναφερόμενος στη δομή και την φυσιογνωμία της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας υποστηρίζει ότι «πρόκειται για ένα σύστημα ιεραρχικό, άνισο και πολωτικό. Πολιτικά είναι δομημένο ως ένα διακρατικό σύστημα, όπου κάποια κράτη είναι καταφανώς ισχυρότερα από άλλα». Και καθώς αυτά τα κράτη «προωθούν τη διαδικασία της αέναης συσσώρευσης κεφαλαίου επιβάλλουν αδιάκοπα τη θέλησή τους στα πιο αδύναμα». Εξειδικεύοντας την αναφορά του στις μεταρρυθμίσεις που έχουν υποστεί οι παραγωγικές σχέσεις στην καπιταλιστική κοσμοοικονομία ο Wallerstein υποστηρίζει ότι η μεγάλη μεταρρύθμιση περιλαμβάνει την «ενσωμάτωση των εργατικών τάξεων στο πολιτικό σύστημα… Η γεωγραφική ζώνη στην οποία τούτη η κοινωνική «ενσωμάτωση» χρειαζόταν επειγόντως ήταν τα κράτη του πυρήνα της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας, πάνω απ’ όλα η Βρετανία και η Γαλλία, αλλά επίσης και οι ΗΠΑ και τ’ άλλα κράτη της Δυτικής Ευρώπης, και τα κράτη των λευκών αποικιών». Επέκεινα αυτού του κόσμου, της ενσωμάτωσης, των ατομικών ελευθεριών και των πολιτικών δικαιωμάτων σχηματίζεται το μεγάλο περιθώριο των έγχρωμων αποικιών και των μετακινούμενων εργατικών πληθυσμών που είναι προορισμένοι να στερηθούν τους πόρους και τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη τόσο στις χώρες καταγωγής, όσο και περισσότερο στις χώρες υποδοχής.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον T. Judt, η ιστορία της Ευρώπης, στη διάρκεια 20ου αιώνα, γράφτηκε μέσα από διαρκείς εμφύλιες και εθνοθρησκευτικές συγκρούσεις, γενοκτονίες, ολοκαυτώματα, αναγκαστικές μετακινήσεις, μαζικούς εκτοπισμούς και εκκαθαρίσεις ευρωπαϊκών πληθυσμών. Οι μεταπολεμικές περίοδοι αποτέλεσαν μια σημαντική τομή στις μετακινήσεις πληθυσμών, κυρίως εντός του ευρωπαϊκού εδάφους, γιατί αυτό που έγινε παραδεκτό ήταν ότι εξαιτίας των πολέμων οι πληθυσμοί που εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους προέρχονταν από μια διαταξική διαστρωμάτωση.
Η μετάβαση στην ειρηνική συμβίωση, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο συνδέθηκε με το σεβασμό του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης και των συλλογικών δικαιωμάτων των εθνών, των λαών και των μειονοτήτων με την εγγύηση της Κοινωνίας των Εθνών (ΚΤΕ). Ωστόσο, όπως επεσήμανε ο T. Judt στις περιπτώσεις που η σύγκρουση μεταξύ εθνοτικών ή θρησκευτικών κοινοτήτων διατηρήθηκε, και αφορούσε συνήθως κάποια διαμφισβητούμενη εδαφική περιοχή, «γινόταν εμφανές ότι η βία- κι όχι το δίκαιο- ήταν το μόνο αποτελεσματικό μέσο για τη δημιουργία προηγούμενου».
Παρά το γεγονός ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ουσιαστικά αποτέλεσμα του γερμανικού μιλιταριστικού επεκτατισμού και λιγότερο των εθνοθρησκευτικών συγκρούσεων δημιούργησε μεγαλύτερα προβλήματα εδαφικών ανακατάταξεων, εκτοπίσεων, αναγκαστικών μετακινήσεων και εθνοτικών εκκαθαρίσεων πληθυσμών εντός του ευρωπαϊκού εδάφους. Τα προβλήματα αυτά συνδέθηκαν με τις διαδικασίες συγκρότησης πολιτισμικά ομοιογενών εθνικών κρατών και την αναζήτηση ισορροπιών ανάμεσα στους συνασπισμούς της Δυτικής καπιταλιστικής Ευρώπης και των Λαοκρατικών Δημοκρατιών της Ανατολικής Ευρώπης. Οι εξελίξεις αυτές επηρέασαν αντίστοιχα τη διάρθρωση των κρατών της Ασίας και της Αφρικής που τελούσαν υπό τον αποικιοκρατικό έλεγχο κρατών της Δυτικής Ευρώπης. Ωστόσο η ανεξαρτοποίηση των αποικιών, που χρονικά προσδιορίζεται στο διάστημα των δεκαετιών 1950- 1970, δεν οδήγησε στη δημιουργία κυρίαρχων εθνικών κρατών, με σεβασμό στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και τα συλλογικά δικαιώματα των λαών και των μειονοτήτων, με συνέπεια τη διατήρηση ενεργών εστιών σύγκρουσης που ανατροφοδοτούνταν από τη δράση εθνικιστικών απελευθερωτικών κινημάτων.
Σε κάθε περίπτωση ο βασικότερος μετασχηματισμός που σημειώθηκε στην αντιμετώπιση των μετακινούμενων πληθυσμών, στις δύο μεταπολεμικές περιόδους, είχε ιδεολογική βάση και συνδέθηκε με τις αντιλήψεις για τη σχέση ατόμου- κοινωνίας και, αντίστοιχα, ιδιωτικού- δημόσιου. Έτσι, ενώ το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου έθεσε προς επίλυση τα ζητήματα της αυτοδιάθεσης και της προστασίας των συλλογικών δικαιωμάτων, το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου έθεσε ένα γενικότερο πρόβλημα εξάλειψης των διακρίσεων και των διώξεων, τουλάχιστον για τους πληθυσμούς του πυρήνα της καπιταλιστικής κοσμοοιοκονομίας και των λευκών αποικιών, με επίκεντρο την προστασία των διωκόμενων προσώπων. Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε μια βαθειά τομή στην προβληματική των δικαιωμάτων, αφού αποφασίσθηκε ότι η βάση της κρατικής και της διεθνούς προστασίας ήταν το άτομο, με συνέπεια τον διαχωρισμό των μετακινούμενων πληθυσμών, σε πρόσφυγες και μετανάστες.
Μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι μετακινήσεις πληθυσμών συνεχίστηκαν, ενώ μεταβλήθηκαν και οι λόγοι που προκάλεσαν τις νέες εκροές. Ιδιαίτερα, στο διάστημα από το 1970 και μετά, η ανακοπή των ρυθμών της μεταπολεμικής ανάπτυξης οδήγησε στην ανάγκη περιορισμού και ελέγχου των μετακινήσεων των πληθυσμών προς την Αμερικανική ήπειρο και τον ευρωπαϊκό βορρά. Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν στηρίχθηκαν στον διαχωρισμό και τη διαφοροποίηση των μετακινούμενων πληθυσμών. Στο πλαίσιο αυτό οριστικοποιήθηκαν οι ιδεότυποι του πρόσφυγα, που αναφέρεται στο πρόσωπο που εγκαταλείπει την χώρα του εξαιτίας δικαιολογημένου φόβου δίωξης για τους λόγους που αναφέρονται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, και του μετανάστη, που συνδέεται περισσότερο με τη «μόνιμη ή προσωρινή μεταβολή του τόπου εγκατάστασης», με σκοπό την αναζήτηση εργασίας με μεγαλύτερες αποδοχές και καλύτερες συνθήκες ζωής, εκπαίδευσης κ.α.
Ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών εντάχθηκε πλέον σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο νεοσυντηρητικής ηγεμονίας του παγκόσμιου κοσμοσυστήματος, με βασικά στοιχεία:
Ι) Την προτεραιοποίηση του ιδιωτικού έναντι του δημόσιου και τον περιορισμό του κράτους στην προστασία των ιδιωτικών συμφερόντων.
ΙΙ) Τη διεύρυνση του ρόλου της αγοράς και την επέκτασή της, εξέλιξη που επέβαλε νέες σχέσεις εξάρτησης ανάμεσα στις πρώην αποικίες και τις μητροπόλεις του αναπτυγμένου καπιταλισμού, στο πλαίσιο ενός αναδυόμενου κυβερνοσυστήματος.
ΙΙΙ) Ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός αντισταθμίστηκε από την κυριαρχία του νεοχριστιανισμού στο κοινωνικό πεδίο. Η ηγεμονία των νεοσυντηρητικών δυνάμεων στις ΗΠΑ και τις χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, παράλληλα με την εμμονή στην παραδοσιοκρατία, ενίσχυσαν τις ακραίες κοινωνικές τάσεις και τις εκφράσεις τους, τον εθνικισμό, τον ρατσισμό και τον φασισμό. Αντίστοιχες τάσεις αναπτύχθηκαν στις χώρες του νεοαποικισμού, που εξέθρεψαν τις εμφύλιες, διαφυλετικές και εθνοθρησκευτικές συγκρούσεις.
Η ηγεμονία του παγκόσμιου καπιταλιστικού κοσμοσυστήματος εισήλθε σε μια νέα περίοδο ακμής με την κρίση του σοβιετικού μοντέλου και, λίγο αργότερα, στη δεκαετία του 1980, την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η μαζική έξοδος πληθυσμών από τις πρώην Λαοκρατικές Δημοκρατίες, παρόλο που αναγνωρίστηκε ότι είχε εξαναγκαστικό χαρακτήρα, δεν μετέβαλε το αυστηρό πλαίσιο μεταχείρισης των μετακινούμενων πληθυσμών. Το πλαίσιο αυτό καθόρισε τους ορίζοντες της μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την οριοθέτηση της θεσμικής, οικονομικής και πολιτικής ηγεμονίας των ισχυρότερων κρατών μελών της επί των λαμβανομένων αποφάσεων.
Η επανένωση της Γερμανίας, το 1990, εγκαινίασε μια νέα περίοδο επεκτατισμού, με κυρίαρχα στοιχεία την ηγεμονική θέση της στη διαχείριση των ευρωπαϊκών υποθέσεων και την οικονομική διείσδυση της γερμανικής οικονομίας σε νέες αγορές. Το πρωτόκολλα σύνδεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πρώην Λαοκρατικές ή Σοβιετικές Δημοκρατίες, όπως η Γεωργία, η Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, η Ουκρανία κ.α. σηματοδότησαν τη δυναμική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο νέο παγκόσμιο κοσμοσύστημα, παράλληλα και ανταγωνιστικά προς την ηγεμονία των ΗΠΑ. Τα πρωτόκολλα σύνδεσης με τις χώρες αυτές επέτρεψαν την πλήρη πολιτική, οικονομική και κοινωνική αποδόμηση των κρατών τους, με την εγκατάσταση απόλυτα ελεγχόμενων κυβερνήσεων, δημοκρατικά εκλεγμένων, που κυριαρχούνται από μια νεόκοπη πολιτική και οικονομική ολιγαρχία, η οποία αναδύθηκε από τους μηχανισμούς εξουσίας του προηγούμενου καθεστώτος και διοικεί με πρακτικές κακοδιοίκησης, διαφθοράς, διάκρισης και δίωξης των πολιτικών αντιπάλων. Η συνεργασία των αμερικανικών κυβερνήσεων και εταιρειών, των ευρωπαϊκών οργάνων και των ισχυρών κρατών μελών με τις κυβερνήσεις αυτών των χωρών εισήγαγε ένα πρότυπο ανάπτυξης που στηρίζεται στην ιδιωτικοποίηση βασικών οικονομικών και κοινωνικών δομών που ελέγχονταν από το κράτος, την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και τον περιορισμό του κόστους εργασίας και ζωής των λαϊκών στρωμάτων, ώστε να συντηρείται ένα όριο φτώχειας που επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο των μηχανισμών του επίσημου κοινωνικού ελέγχου στην κοινωνία και την εξυπηρέτηση των αναγκών μιας παγκοσμιοποιήμενης μαύρης αγοράς εργασίας που στηρίζεται στη διαρκή μετακίνηση των ανέργων και φτωχών πληθυσμών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η επιτυχία ενός συγγενούς πειράματος επέτρεψε τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ένταξη κρατών, όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Κροατία, η Εσθονία, η Λετονία κ.α. που δεν πληρούσαν τα οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια, αλλά θα συνέβαλαν στην προώθηση των νέων πολιτικών της αποδόμησης των εργασιακών σχέσεων και των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας που συντηρούσαν σε υψηλά επίπεδα το κόστος εργασίας. Στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί η οικονομική περιθωριοποίηση του ευρωπαϊκού νότου, ιδίως δε η ένταξη της Ελλάδας σε ένα νέο καθεστώς εξάρτησης που προσομοιάζει σε συνθήκες νεοαποικιοποίησης.
Συγγενή καθεστώτα έχουν επικρατήσει και στις πρώην αποικιοκρατούμενες χώρες του Πακιστάν, του Μπαγκλαντές, της Ινδίας, αλλά επίσης και στο Ιράν, το Αφγανιστάν, τη Νιγηρία, την Αίγυπτο και αλλού. Τα καθεστώτα αυτά στηρίζονται επίσης σε διεφθαρμένα πολιτικά συστήματα που συντηρούν τον αυταρχισμό της εξουσίας, με την τρομοκρατική δράση των πολυάριθμων μηχανισμών του επίσημου κοινωνικού ελέγχου, που υποστηρίζονται από παρακρατικές και παραστρατιωτικές οργανώσεις και επιδίδονται στη δίωξη και την εξόντωση των πολιτικών, εθνικών ή θρησκευτικών αντιπάλων. Η πολιτικοκοινωνική αντίδραση σε αυτά τα καθεστώτα λαμβάνει συχνά ακραίες εκφράσεις, που καλλιεργούν τον φυλετικό, πολιτισμικό και θρησκευτικό φανατισμό και ευνοούν την ανάπτυξη οργανώσεων με τρομοκρατική δράση που έχουν την τάση να αναπτύσσονται και να δραστηριοποιούνται και εκτός των χωρών αναφοράς, έτσι που μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι αντίρροπες δυνάμεις στο παγκόσμιο κοσμοσύστημα αναπτύσσονται με αντίστοιχες δυναμικές.
Κατά συνέπεια το πρόβλημα που σήμερα συζητάμε ορίζεται από τις εξαναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών που υφίστανται περιορισμούς, αποκλεισμούς, διακρίσεις και διώξεις στις χώρες καταγωγής τους και αναζητούν εργασία με υψηλότερες αποδοχές και προσωπική ασφάλεια σε άλλες χώρες. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με τη δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, τη συγκέντρωση του πλούτου και την διασπορά της εργατικής τάξης, στόχος που εξυπηρετείται με τη διάκριση των ιδεότυπων του πρόσφυγα και του μετανάστη. Ωστόσο, σήμερα αυτές οι νομικοπολιτικές κατασκευές, που αποσκοπούσαν στη διαφορετική μεταχείριση ενός ενιαίου κοινωνικού φαινομένου, αδυνατούν να διαχειριστούν την μαζική έξοδο των διωκόμενων πληθυσμών από τη Συρία, το Αφγανιστάν, τη Νιγηρία κ.α.
Παράλληλα, η αδυναμία αυτή καταδεικνύει τα όρια του παγκόσμιου οικονομικού και πολιτικού κοσμοσυστήματος, έτσι που μπορεί να υποστηριχθεί ότι η αναζήτηση πραγματικών διεξόδων και λύσεων βρίσκεται στον αναγκαίο μετασχηματισμό των σχέσεων κυριαρχίας ανάμεσα στα ισχυρά κράτη ή τις υπερκρατικές εξουσίες και τις εξαρτημένες χώρες, με την παράλληλη υποστήριξη δομικών μετασχηματισμών στο πολιτικό και οικονομικό τους σύστημα. Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές ως συμπέρασμα στη συζήτησή μας είναι ότι όσο θα ενισχύονται οι διακρίσεις και οι διώξεις πληθυσμών, με διάφορα προσχήματα, στις χώρες καταγωγής και υποδοχής, τόσο θα συντηρούνται οι εστίες της σύγκρουσης και θα αυξάνονται οι κίνδυνοι μιας γενικευμένης σύρραξης. Ως προς αυτό, οι αιτίες και οι συνέπειες των δύο παγκοσμίων πολέμων θα πρέπει να μας προβληματίσουν και να μας καθοδηγήσουν. Επιπλέον αυτό θα σηματοδοτούσε τη διαφορά μιας αριστερής προσέγγισης και πρακτικής.

*Κοινωνιολόγος- Εγκληματολόγος

Γράψτε το σχόλιό σας