Τι πρέπει να κάνουμε για να αλλάξουμε την Αθήνα;

0

του Γιώργου Δημαρά, τ. Υφυπουργού Περιβάλλοντος και βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ – Οικολόγων Πράσινων

Δημοσιεύτηκε στο www.insider.gr 

 

Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι το κέντρο της Αθήνας γερνά.

Η πρωτεύουσα της Ελλάδας, η πόλη που γέννησε τη δημοκρατία και κουβαλά στους δρόμους της αιώνες ιστορίας και πολιτισμού είναι πλέον αναγκαίο να ανανεωθεί και να αναπλαστεί για την βελτίωση  της ποιότητας ζωής των κατοίκων και των επισκεπτών της.

Ο κακός πολεοδομικός σχεδιασμός των προηγούμενων δεκαετιών και η σχετική εγκατάλειψη δημιούργησε συνθήκες ασφυκτικές στο κέντρο της Αθήνας, συνθήκες που επηρέασαν και επηρεάζουν αρνητικά την καθημερινότητα της πόλης. Επηρεάζουν επίσης αρνητικά την οικονομία και την εμπορική ζωή.

Η απουσία χώρων πρασίνου, ασφαλών διαδρομών για περπάτημα και ποδήλατο, η κυκλοφοριακή συμφόρηση, το προβληματικό δίκτυο μέσων μαζικής μεταφοράς αλλά και η αισθητική υποβάθμιση του κέντρου της πόλης, είναι ορισμένα μόνο από τα χαρακτηριστικά που απέκτησε σταδιακά η Αθήνα. H ευθύνη για αυτό βαραίνει τις περισσότερες μεταπολεμικές κυβερνήσεις. Το ότι δεν έγιναν μέχρι τώρα σοβαρές επεμβάσεις πέρα από το τμήμα ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων (Διονυσίου Αρεοπαγίτου –Αποστόλου Παύλου) δεν οφείλεται κυρίως στα οικονομικά. Η έλλειψη συντονισμού σε τρία επίπεδα, Κυβέρνησης, Περιφέρειας και Δήμων είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα και η βασική αιτία που δεν προχώρησαν οι αναπλάσεις που σχεδιάστηκαν τα προηγούμενα χρόνια στο κέντρο της Αθήνας.

Διαφορετικές μελέτες έχουν στα συρτάρια τους οι υπηρεσίες της Περιφέρειας (μελέτες που έχουν πληρωθεί σε ιδιωτικά γραφεία ή σε πανεπιστημιακά ιδρύματα), διαφορετικές μελέτες έχει ο Δήμος Αθηναίων, άλλες μελέτες το Υπουργείο Περιβάλλοντος.

Αυτή η έλλειψη συντονισμού στα τρία επίπεδα δεν επέτρεψε να προχωρήσει καμιά από τις μελέτες που έχουν ήδη εκπονηθεί ή έχουν ανακοινωθεί, όπως για παράδειγμα η αναβάθμιση και ενοποίηση των χώρων Πολυτεχνείου και Μουσείου, η ανάπλαση Αμαλίας – Πανεπιστημίου – Πατησίων, η ανάπλαση των χώρων γύρω από τους σιδηροδρομικούς σταθμούς (π.χ. του Σταθμού Πελοποννήσου) και ένα σωρό άλλες μελέτες πολεοδομικών παρεμβάσεων.

Αντίθετα, θα πρέπει να τονίσουμε τη σημαντική αναβάθμιση που υπήρξε σε πόλεις της Περιφέρειας, όπως για παράδειγμα οι πόλεις της Θεσσαλίας (Λάρισα, Τρίκαλα, Καρδίτσα) που προχώρησαν σε πραγματική αναμόρφωση και ανάπλαση των αστικών κέντρων τους. Επίσης θετικά παραδείγματα έχουμε σε πολλούς περιφερειακούς δήμους της Αθήνας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η αποδεκτή επιφάνεια πρασίνου ανά κάτοικο σε μια πόλη είναι περίπου 9 τ.μ. ανά κάτοικο. Στο Δήμο Αθηναίων ανάλογα με τον εφαρμοζόμενο τρόπο μέτρησης, η αναλογία αυτή κυμαίνεται από 1 έως 2 τ.μ. ανά κάτοικο. Αυτό σημαίνει ότι για να αποκτήσει η Αθήνα μια κανονικότητα σε ότι αφορά το πράσινο, θα πρέπει να τριπλασιαστεί η να τετραπλασιαστεί η επιφάνεια πρασίνου που αντιστοιχεί σε κάθε κάτοικό της. Η αύξηση του πρασίνου είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστεί η αύξηση της θερμοκρασίας, λόγω της κλιματικής αλλαγής.

Θα πρέπει ωστόσο να κατανοήσουμε ότι για να προσεγγίσει η Αθήνα τις απαιτούμενες προδιαγραφές μιας κανονικής πόλης, θα χρειαστεί και η κατεδάφιση πολλών κτηρίων.

Για να γίνουν τόσο τολμηρές αλλά αναγκαίες παρεμβάσεις απαιτείται νέο θεσμικό πλαίσιο, πιθανόν να απαιτείται και η αναθεώρηση κάποιων άρθρων του Συντάγματος. Η δυσκολία αφορά μεταξύ άλλων τα ζητήματα των πολλών μικρών ιδιοκτησιών και των εξ’ αδιαιρέτου οικοπέδων όπου είναι αδύνατη η κοινή απόφαση για τέτοιες αλλαγές, προκειμένου να γίνει παρέμβαση σε κλίμακα οικοδομικού τετραγώνου.

Ένα πρόγραμμα αναβάθμισης και βιωσιμότητας του κέντρου της Αθήνας είναι αναγκαίο. Και αυτό θα πρέπει να είναι ένα πρόγραμμα μακράς πνοής, με σαφές χρονοδιάγραμμα, που να θέτει συγκεκριμένους στόχους όπως:

  • Την αύξηση του πρασίνου και των ελεύθερων και κοινόχρηστων χώρων.
  • Τη διαμόρφωση ενός φιλικού περιβάλλοντος στον πεζό και τον ποδηλάτη με τη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου πεζόδρομων και ποδηλατόδρομων.
  • Την αναβάθμιση της ποιότητας υπηρεσιών των μέσων μαζικής μεταφοράς με έμφαση στα μέσα σταθερής τροχιάς και τα ηλεκτροκίνητα μέσα.
  • Την αποκατάσταση της στατικής αντοχής των παλαιών κτιρίων που δεν θα κατεδαφιστούν, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντισεισμικές προδιαγραφές.
  • Την αισθητική αναβάθμιση στις γειτονιές της πόλης με παρεμβάσεις χαμηλού κόστους, όπως η αύξηση του πρασίνου, οι εικαστικές παρεμβάσεις καλλιτεχνών από τα κέντρα τεχνών των Δήμων κ.α.
  • Την ανάπλαση αξιόλογων δρόμων, πλατειών και σημείων ιστορικής και πολιτισμικής αναφοράς σε συνδυασμό με το σχέδιο ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων.
  • Την αξιοποίηση των φορέων της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και της νεοφυούς επιχειρηματικότητας για την αναβάθμιση της εμπορικής, τουριστικής και κοινωνικής δραστηριότητας στο κέντρο της πόλης.

Ο πρόσφατος νόμος που ψηφίστηκε στη Βουλή για τη σύσταση Φορέα Ανάπλασης της Πόλης της Αθηνών, κινείται εντός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου, θα βοηθήσει για σημειακές επεμβάσεις, αλλά δεν καλύπτει ανάγκες μεγάλων και τολμηρών αλλαγών.

Αποτελεί ένα σημαντικό πρώτο βήμα για να προχωρήσουν ζητήματα που έχουν ωριμάσει και που καθυστερούν δεκαετίες, καθώς μπαίνουν για πρώτη φορά οι βάσεις για μια ουσιαστική ανάπλαση του έργου της Αθήνας.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε το πολλαπλό όφελος που θα έχει η ανάπλαση του κέντρου της πρωτεύουσας. Όφελος για την ποιότητα ζωής των κατοίκων, για την ανάπτυξη του τουρισμού αλλά και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Και σε αυτό το όραμα θα πρέπει να ενεργοποιήσουμε όλες τις νέες δυνάμεις επιστημόνων και να βρούμε τρόπους να αξιοποιηθούν άνθρωποι με νέες ιδέες και προτάσεις.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα